Δές το Στρατός της Σωτηρίας σε 107 χώρες του κόσμου
globe
Ποιός απο σας αν έχει εκατό πρόβατα και χάσει ένα απ' αυτά, δε θα εγκαταλείψει τα ενενήντα εννιά στην έρημο για να ψάξει για το χαμένο ώσπου να το βρει; Κι όταν το βρει, το βάζει χαρούμενος στους ώμους του, έρχεται στο σπίτι και προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονες και τους λέει: "χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα το πρόβατό μου που είχε χαθεί". Σας βεβαώνω πως το ίδο χαρά θα γίνει στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού, παρά για ενενήντα εννιά δικαίους, που δεν έχουν αναγκη από μετάνοια".
(Κατά Λουκάν 15:4-7)

Τι είναι Ο Στρατός της Σωτηρίας

Αλέξης Μυλωνάς

Θόδωρος ΜυλωνάςΟ Αλέξης Μυλωνάς γεννήθηκε το 1903 στα Καλάβρυτα αλλά σαν μεγάλωσε αναζήτησε μια καλύτερη ζωή στην πόλη. Βρέθηκε στην Πάτρα όπου με σκληρή δουλειά κατάφερε να φτιάξει ένα καφενεδάκι, μια καλή δουλειά με ένα σίγουρο εισόδημα για τις μέρες του 20. Παρ' όλα αυτά ο Αλέξης είχε ένα πρόβλημα που δεν άργησε να τον οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή. Του άρεσε να παίζει χαρτιά. Ε, στο καφενείο όλοι παίζουν χαρτιά όμως σύντομα ο Αλέξης έπαιζε για λεφτά. Πολλές φορές τα έσοδα μιας ολόκληρης μέρας όλα παίζονταν στα χαρτιά. Μι μέρα ο δαίμονας του χαρτοπαίγνιου τον άρπαξε γερά, ότι χρήματα είχε και δεν είχε τα ακούμπησε μέσα σε μια μέρα, το μόνο που του είχε απομείνει ήταν το καφενείο, που το έχασε κι αυτό μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το έβαλε στο τραπέζι ελπίζοντας πως η τύχη του θα άλλαζε αλλά γελάστηκε.

Σύντομα μετά απ' όλα αυτά ο Αλέξης αποφάσισε να πάει να βρει την τύχη του στην Αμερική. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις αδερφούς του, είχε πάει κιόλας εκεί το 22 και απ' ότι έγραφε είχε βολευτεί πολύ καλά.

Λαθρεπιβάτης, λοιπόν, σ' ένα πλοίο που τραβούσε για την Αμερική, ο Αλέξης άφησε την Ελλάδα για ένα καλύτερο μέλλον, μια καλύτερη ζωή.

Σύντομα όμως τον ανακάλυψαν μέσα στο πλοίο και για τιμωρία τον έβαλαν στην κουζίνα να πλένει τα πιάτα. Όταν έπιασαν το Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή ο καπετάνιος αποφάσισε πως ήταν ευκαιρία να ξεφορτωθούν τον λαθρεπιβάτη.

Και έτσι βρέθηκε ο Αλέξης με μια φέτα ξερό ψωμί, μια κονσέρβα αντσούγες, ένα κερί και 5 λεπτά Ιταλικής λίρας, σε μια χώρα που δεν ήξερε κανέναν, που δεν ήξερε τη γλώσσα, μη έχοντας από που να κρατηθεί.

Δεν ξέρω πως ακριβώς έγινε αλλά σύντομα βρέθηκε χίλια μίλια μακριά στο βορρά μέσα στην ζούγκλα να κόβει ξύλα για να βγάλει το ψωμί του. Μετά από ένα χρόνο άφησε την ζούγκλα και κατέβηκε στο Ροζάριο, μια πόλη στα μέσα μεταξύ Μπουένος Άιρες και ζούγκλας. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, έβγαζε το ψωμί του με το να γυρίζει μ' ένα καροτσάκι στους δρόμους και να πουλάει λαχανικά.

Μια Κυριακή μια και δεν είχε δουλειά κάθονταν σ' ένα πάρκο και ρέμβαζε. Ξαφνικά άκουσε μια μουσική να ταράζει την ησυχία. Σύντομα ανακάλυψε πως ήταν μια μπάντα με κάτι ανθρώπους που φορούσαν κάτι παράξενα στρατιωτικά ρούχα που δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ. Ακολούθησε πίσω απ' την μπάντα καθώς τραβούσαν στο δρόμο για να γυρίσουν πίσω στο κτίριο όπου φαίνεται να στεγάζονταν. Μπαίνοντας του φάνηκε πως θα έπρεπε να ήταν εκκλησία. Όχι όπως αυτές που ήξερε αυτός στην Ελλάδα, με τις εικόνες που σου προκαλούσαν δέος και τα καντηλάκια που τρεμόσβηναν καθώς σκορπούσαν το φως τους στο πρόσωπο του άγιου.

Εδώ όλοι κάθονταν σε καρέκλες σε σειρές και μπροστά ήταν αυτός που θα πρέπει να ήταν ο παπάς τους. Η μπάντα συνέχισε να παίζει καθώς όλοι στα Ισπανικά έψελναν και τραγουδούσαν για τον Χριστό. Αυτό μπορούσε να το καταλάβει, Κρίστο τον έλεγαν αυτοί κι' αν και δεν ήξερε καλά Ισπανικά ακόμα ε, αυτό μπορούσε να το καταλάβει.

Έκατσε εκεί πίσω σε μια καρέκλα και άκουγε και παρακολουθούσε όσα γίνονταν. Σε λίγο ήρθε η ώρα για το κήρυγμα αλλά ο δόλιος δεν καταλάβαινε τίποτα. Ε ρε, έλεγε από μέσα του, να μην μιλάει όλος ο κόσμος μια μόνο γλώσσα. Δεν φαίνονταν να καταλαβαίνει λέξη απ' όλα αυτά που έλεγε ο κήρυκας. Στο τέλος του κηρύγματος είδε να καλεί το κόσμο να πάνε μπροστά να γονατίσουν σ' ένα ξύλινο πάγκο. Το μόνο που κατάλαβε ήταν δυο χέρια που προσκαλούσαν: "Ελάτε να γονατίσετε μπροστά στον Θεό."

Ο Αλέξης αισθάνθηκε κάτι να του αρπάζει την καρδιά. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί κάτι τέτοιο πριν. Σηκώθηκε και πήγε να γονατίσει. Με τον δικό του απλό τρόπο είπε "Χριστέ μου, μέχρι σήμερα εγώ ήμουν ο οδηγός της ζωής μου, από σήμερα θέλω ν' αφήσω το τιμόνι στα χέρια Σου, θέλω να οδηγάς Εσύ."

Μετά απ' αυτή του την εμπειρία ένιωσε άλλος άνθρωπος. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να γίνει και αυτός ο ίδιος αιτία για άλλους να βρουν το Θεό στη ζωή τους. Ήθελε να γίνει κι αυτός αξιωματικός στον Στρατό της Σωτηρίας. Το γεγονός ότι είχε τελειώσει μόνο την δευτέρα δημοτικού δεν ήταν πρόβλημα γι' αυτόν. Θα προσπαθούσε με όλη του την δύναμη και θα μάθαινε να γράφει και να διαβάζει Ισπανικά για να μπορέσει να μπει στο Κολέγιο του Στρατού της Σωτηρίας. Εν τω μεταξύ γνώρισε κάποιον άλλο 'Έλληνα, τον Καλομοίρη και τον πήγε στην εκκλησία του Στρατού της Σωτηρίας. Ο Καλομοίρης και αυτός όπως ο Αλέξης αποφάσισε ότι η ζωή που το χάρισε ο Θεός ανήκε τώρα σ' Αυτόν. Δέχτηκε τη δωρεά του Θεού. Τώρα κι αυτός όπως ο Μυλωνάς ήθελε να γίνει αξιωματικός στον Στρατό της Σωτηρίας.

Είχε έρθει ο καιρός για να πάει στο κολέγιο ο Αλέξης αλλά ο Καλομοίρης δεν ήταν ακόμα έτοιμος. Πάνε του λεει εσύ στο κολέγιο φέτος κι εγώ θα πάω του χρόνου.

Δεν πάω, του λεει ο Αλέξης, θα σε περιμένω για να πάμε μαζί.

΄Έτσι το 1935 οι δυο φίλοι πήγαν στο κολέγιο και σε εννιά μήνες έγιναν υπολοχαγοί στον Στρατό της Σωτηρίας.

Η πρώτη αποστολή του Αλέξη ήταν στο Τουκουμάν μια μικρή πόλη στα σύνορα με την ζούγκλα πάνω στον βορρά εκεί που ο Αλέξης κάποτε έκοβε ξύλα.

Ο Διοικητής Επικράτειας για την Αργεντινή εκείνο τον καιρό ήταν ο μετέπειτα στρατηγός Κάρπεντερ. Σε μια συνέλευση αξιωματικών στο Μπουένος Άιρες ο τότε επίτροπος Κάρπεντερ είπε στους παρευρισκόμενους. Στις περιοδείες μου στα διάφορα κέντρα του Στρατού της Σωτηρίας, συνάντησα κάποιον αξιωματικό που βρίσκεται κοντά στη ζούγκλα. Αν είχα πέντε αξιωματικούς σαν κι αυτόν θα άλλαζα αυτό το μέρος του κόσμου. Μαζεύει ένα μεγάλο στρατό εκεί πάνω αυτός ο νεαρός αξιωματικός και δεν ξέρει ούτε τη γλώσσα πολύ καλά. Θα σας πω που κρύβεται το μυστικό της επιτυχίας του, το ανακάλυψα όταν πήγα στο σπίτι του. Μένει σε μια απλή καλύβα με πάτωμα από χώμα. Στην γωνία του δωματίου υπάρχει μια καρέκλα και μπροστά απ' αυτή έχουν δημιουργηθεί δυο λακκούβες από τα γόνατα του υπολοχαγού."

Μια από τις αξιωματικούς που άκουσε αυτή τη μαρτυρία αποφάσισε ότι θα ήθελε να γνωρίσει αυτόν τον αξιωματικό. Τον γνώρισε, και όχι μόνο αυτό τον παντρεύτηκε. Όταν ο μεγάλος τους γιος ο Θόδωρος ήταν 6 χρονών η αποστολή τους ήταν στην Ουραγουάη κοντά στα σύνορα της Βραζιλίας. Ο Αλέξης έχτισε εκεί όχι μια ούτε δυο αλλά πέντε εκκλησίες. Ήταν απλά οικοδομήματα, όπως γίνονταν στα φτωχά εκείνα μέρη. Οι τοίχοι ήταν από πέτρα και οι σκεπές από κλαδιά. Στις πέντε εκκλησίες ο Αλέξης είχε τετρακόσιους στρατιώτες (μέλη του Στρατού της Σωτηρίας) ξέχωρα από αυτούς που δεν είχαν πάρει τον όρκο του στρατιώτη. Ο Αλέξης έλαβε ένα μήνυμα από του ανωτέρους ότι θα πρέπει να σταματήσει να χτίζει άλλες εκκλησίες γιατί ποιόν θα έστελναν μετά από αυτό για να τις αναλάβει ότι θα έρχονταν ο καιρός να φύγει από εκεί. Ο Θόδωρος θυμάται να βλέπει τον πατέρα του πολύ λίγο, ήταν όλη η μέρα του πήγαινε στο να βοηθάει τους φτωχούς. Τον θυμάται ο Θόδωρος να φεύγει πρωί-πρωί και να πηγαίνει με το κάρο για να μαζέψει λαχανικά και διάφορα τρόφιμα, μετά να γυρίζει, να τα μαγειρεύει σε μεγάλα καζάνια και να ταίζει τον φτωχόκοσμο.

Όταν ήταν οχτώ χρονών ο Θόδωρος έμαθε να παίζει τέσσερις νότες στην κορνέτα και μ' αυτές μπορούσε να παίζει δυο μελωδίες. Όταν τον άκουσε ο πατέρας του διακήρυξε: "Έχουμε τώρα τη δική μας μπάντα." 'Ήταν και κάποιος άλλος στρατιώτης που έπαιζε λίγες νότες στο τρομπόνι, και οι δυο τους παρέα έπαιζαν τις δυο τους μελωδίες που τραβούσαν τον κόσμο για να μπορέσει ο λοχαγός Αλέξης να κηρύξει τα Καλά Νέα της Σωτηρίας.

Μετά από τεσσεράμισι χρόνια σ' αυτή την αποστολή οι Μυλωνάδες πήραν μετάθεση για κάποιο άλλο τόπο που ο κόσμος τους χρειάζονταν. Θα μπορούσε πάλι να δώσει την αγάπη του Χριστού που τώρα τον αγαπούσε μ' όλη του την καρδιά, σε άλλο κόσμο σε άλλο μέρος.

Θα έφευγαν με πλοίο από το τον τόπο αυτό και όλοι οι στρατιώτες και οι φίλοι τους ήρθαν στο λιμάνι για να τους χαιρετίσουν. Το ίδιο πλοίο στον ερχομό του θα έφερνε τον καινούργιο αξιωματικό που θα αντικαταστούσε τον Αλέξη.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει όταν είδε τον φίλο του τον Καλομοίρη να κατεβαίνει από το πλοίο με την γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του. Ο Καλομοίρης ανέλαβε την ιεραποστολή με τις πέντε εκκλησίες και πρόσθεσε και αυτός άλλη μια.

Ήταν μεγάλη η χαρά του Αλέξη που λίγα χρόνια πριν "προαχθεί στην δόξα", όπως λένε στον Στρατό της Σωτηρίας για κάποιον πιστό άνθρωπο που πεθαίνει, μπόρεσε να γυρίσει στην Ελλάδα και να συναντήσει τους γέρους πια γονείς του. "Θα με γνωρίσετε από την στολή που θα φοράω", τους είχε γράψει, "την μπλε σκούρα στολή του Στρατού της Σωτηρίας."

Το λεωφορείο σταμάτησε και όλα τα μάτια ήταν καρφωμένα πάνω στον Αλέξη καθώς ανέβαινε την ανηφόρα ν' αγκαλιάσει τους γονείς του που τον περίμεναν με λαχτάρα.

Αν και στον Στρατό της Σωτηρίας συνήθως υπηρετείς σαν αξιωματικός μέχρι τα 65, για λόγους υγείας ο Αλέξης βγήκε στην σύνταξη στα 60.

Για πολλά χρόνια δεν είχε καθόλου νέα από τον αδερφό του στην Αμερική. Αφορμή ήταν ένα γράμμα που του είχε γράψει ο αδερφός του. Του έλεγε να ξεχάσει τον Στρατό της Σωτηρίας στον οποίο είχε γίνει αξιωματικός, να παρατήσει την γυναίκα του και τον μικρό τους γιο και να πάει την Αμερική. " Έλα εδώ" του έγραφε "εγώ έχω κάνει πολλά λεφτά και θα σε βοηθήσω κι εσένα να ξεκινήσεις και θα γίνεις μεγάλος και τρανός."

"Να τα βράσω αδερφέ τα λεφτά σου" του έγραψε ο Αλέξης και από τότε τα δυο αδέρφια σταμάτησαν την επικοινωνία τους.

Τα χρόνια είχαν περάσει και ο αδερφός στην Αμερική είχε μετανιώσει και ήθελε τώρα να ξαναδεί τον ιεραπόστολο αδερφό του. Ήταν μια εκπομπή στην τηλεόραση που συγγενείς ξανάσμιγαν μετά από πολλά χρόνια μέσα στο στούντιο την ώρα της εκπομπής.

Έτσι ο σταθμός θα πλήρωνε όλα τα έξοδα για τον Αλέξη να πάει στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβρη του 1964.

Τον Αύγουστο όμως τον ίδιο χρόνο ο Αλέξης στα εξήντα-ένα πήγε να συναντήσει το Σωτήρα του που χιλιάδες μίλια μακριά από την Πατρίδα του στο Ροζάριο της Αργεντινής του έδωσε την ζωή του.

"Εσύ θα είσαι ο οδηγός από δω και στο εξής" είχε πει στον Κύριο Του και έτσι και έγινε. Και ο Χριστός τον οδήγησε, αν και όχι πάντα μέσα από εύκολους δρόμους, σε μια ζωή που αξίζει κανείς να τη ζει.